Προβολή ::  Τεκμήριο : Κείμενο

Τίτλος : Νέο Μοναστήρι Θεσσαλιώτιδας

Λήμματα :

 

Περιοχές :

Πλοήγηση :
• Πλοήγηση σε Τεκμήρια No Query list


Κείμενο : Νέο Μοναστήρι Θεσσαλιώτιδας
Πηγή : /P040-11 , Ευρετήριο : O-782F7A56
Νίκος Καλτσονούδης (Μαρία Μωραΐτου: Επιμέλεια Κειμένου)


Νέο Μοναστήρι Θεσσαλιώτιδας


Καλτσονούδης Νίκος (Μωραΐτου, Μαρία: επιμέλεια): "Νέο Μοναστήρι Θεσσαλιώτιδας", Παράδοση και Τέχνη 040, σελ. 22-23, Αθήνα, Δ.Ο.Λ.Τ., Ιούλιος-Αύγουστος 1998.




Νέο Μοναστήρι Θεσσαλιώτιδας

Οικάτοικοι του Νέου Μοναστηρίου είναι Ελληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Ρωμυλία (σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία)που βρίσκεται στην Κεντρική Βόρεια Θράκη, χώρα του Ορφέα και του Δημόκριτου.

Δώδεκα χωριά ήταν κτισμένα στο λεκανοπέδιο του Τόντζου, ενός από τους τρεις ποταμούς που διασχίζουν τη Βόρειο Θράκη. Μαζί με τον Αρδα και τον Εβρο, ενώνονται κοντά στην Αδριανούπολη και κατεβαίνουν στο Αιγαίο πέλαγος με το όνομα του Εβρου. Μέχρι τα χρόνια της μετανάστευσης, τα χωριά αυτά κατοικούνταν αμιγώς από Ελληνες από τον 6ο π.Χ. αιώνα, απο­μεινάρια του αρχαίου και μεσαιωνικού Ελληνισμού, των Ακριτών, υπερασπιστών των συνόρων. Παλαιότερα, στα χρόνια της Τουρ­κοκρατίας, υπήρχαν περισσότερα ελληνικά χωριά, περίπου σαράντα. Ομως, από τις επιδρομές των Τούρκων ληστών, ανα­γκάστηκαν να τα εγκαταλείψουν και να φύγουν στα γύρω κεφαλοχώρια, για ασφάλεια. Τα δώδεκα χωριά ήταν το Καβακλή, οι Καρυές, το Μεγάλο Μοναστήρι, το Μικρό Μοναστήρι, το Σιναπλή, η Δογάνογλη, το Τσικούρκιο'ί, η Δράμα, το Ακ-μπουνάρ, το Μεγάλο Βογιαλίκι, το Μικρό Βογιαλίκι και η Μουρανταλή, και γύρω στο 1900 αριθμούσαν περίπου 20.000 κα­τοίκους, αγρότες και κτηνοτρόφους. Ενδεχομένως οι κάτοικοι του χωριού Μικρό Μοναστήρι να προέρχονται από τη Βόρειο Ηπειρο, καθώς το χωριό το 'λεγαν και Αρβανίτες. Οι κάτοικοι των δώδεκα χωριών ονομάζονταν από τους άλλους Θρακιώτες Καρυώτες, από το χωριό Καρυές, που υπήρξε πρωτεύουσα της ελληνικής επαρχίας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Από την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους (1878) υπάγονταν στην επαρχία Καβακλή, με πρωτεύουσα το ομώνυμο χωριό, που ήταν στο κέντρο του ημικυκλίου, με τα ένδεκα ελληνικά χωριά. Βούλγαροι μόνιμοι κάτοικοι στα χωριά δεν υπήρχαν μέχρι το 1900, εκτός από τους λίγους δημόσιους υπαλλήλους στο Καβα­κλή, που όμως για να διοριστούν, έπρεπε να ξέρουν την ελ­ληνική γλώσσα. Σ' όλα τα χωριά λειτουργούσαν σχολεία αρρένων και εκκλησίες, που συντηρούνταν από τους κατοίκους. Και πριν την ίδρυση των κοινοτικών σχολείων (1850) η διδασκαλία γραφής και ανάγνωσης γίνονταν από τους παπάδες και τους ψάλτες, κρυφά, από θρησκευτικά βιβλία.

Οι κάτοικοι των χωριών είχαν τα ίδια ήθη και έθιμα με μικρές παραλλαγές, μιλούσαν την ίδια γλώσσα, ζούσαν ανάμεσα σε αλλοφύλους, αλλά ο Ελληνισμός τους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από κανέναν. Ετσι όταν το 1870, με σουλτανικό φιρμάνι, απο­σπάσθηκε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και έγινε αυτοκέφαλη η Βουλγαρική εκκλησία με Εξαρχο, τα δώδεκα ελληνικά χωριά παρέμειναν στη δικαιοδοσία της Μητρόπολης Αδριανουπόλεως και δεν διεκδικήθηκαν από την Εξαρχία, ενώ, αυτό δεν ίσχυσε για τα βουλγαρικά χωριά, που δημιούργησαν νέα Μητρόπολη. Κι ακόμα, όταν μετά τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, στη συμφωνία του Βερολίνου τον Ιούλιο του 1878, αποφασίστηκε η δημιουργία του Βουλγαρικού κράτους, αποφασίστηκε και ο σχηματισμός της αυτόνομης επαρχίας της Ανα­τολικής Ρωμυλίας με έλληνα διοικητή, που διόριζε ο σουλτάνος. Ρωμυλία είχε ονομαστεί η ευρύτερη περιοχή της Βόρειας Θράκης από τους Τούρκους, αμέσως μετά την κατάλυση της Βυζαντινής κυριαρχίας στη Θράκη, και η περιοχή έμεινε κάτω από τον τουρκικό ζυγό για 5 αιώνες (1361-1878). Η Ανατολική Ρωμυλία περιελάμβανε ολόκληρη τη Βόρεια Θράκη. Η Φιλιππούπολη ορίστηκε πρωτεύουσα της περιοχής, και τα ελληνικά η επίσημη γλώσσα μέχρι το 1885 όταν, χωρίς αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων, προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία.

Στη δημιουργία της επαρχίας της Ανατολικής Ρωμυλίας οδήγησε η επανάσταση που εξερράγη το 1876 στη Βουλγαρία και πνίγηκε στο αίμα από τους Τούρκους, αλλά και ο πόλεμος που κήρυξε η Ρωσία τον Απρίλιο του 1877 κατά της Τουρκίας. Τα ρωσικά στρατεύματα διέσχισαν τη Βουλγαρία και έφτασαν μέχρι τον Αγιο Στέφανο, έξω από την Κωνσταντινούπολη, όπου υπογράφηκε η ομώνυμη συνθήκη. Μετά την προσάρτηση της περιοχής στο Βουλγαρικό κράτος, η αυτοδιοίκηση, η ελληνική γλώσσα και εκκλησία διατηρήθηκαν υποτυπωδώς μέχρι το 1906, οπότε ξεκίνησαν οργανωμένοι διωγμοί εναντίον των Ελλήνων, αναγκάζοντας πολλούς να φύγουν για την Ελλάδα.

Μεσολαβούν οι Βαλκανικοί πόλεμοι και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, περίοδοι κατά τις οποίες κομμάτια της Θράκης αλλάζουν χέρια. Με τη συνθήκη του Λονδίνου (1913) οι Τούρκοι υποχρεώθηκαν να δώσουν στη Βουλγαρία τη Θράκη, δυτικά του Εβρου. Οι Ελληνες (1914-1918) έγιναν κύριοι της Δυτικής Θράκης κατά τη διάρκεια των πολέμων, και της Ανατολικής με τη συνθήκη των Σεβρών (1920). Είναι η συνθήκη του Νεϊγύ το Νοέμβριο του 1919 "Περί εθελουσίας ανταλλαγής των πληθυ­σμών" που με την εφαρμογή της συνετέλεσε στη μεταβολή της ανθρωπογεωγραφικής κατάστασης της Ανατολικής Ρωμυλίας. Σχεδόν όλοι (4.748 οικογένειες) μετανάστευσαν στην Ελλάδα το Σεπτέμβριο του 1924, ενώ μερικοί (2.635 οικογένειες) είχαν ήδη φύγει από το 1906 και 1914.
Στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, από τα Γιαννιτσά μέχρι την Ορεστιάδα, και από το Κιλκίς μέχρι τη Βέροια.

Τον Απρίλιο του 1925, 215 οικογένειες από το Μικρό και το Μεγάλο Μοναστήρι, εγκαταστάθηκαν στο Νέο Μοναστήρι Φθιώτιδας, φέρνοντας μαζί τους - ακριβό φορτίο και πολύτιμη κληρονομιά - ήθη, έθιμα, τραγούδια και χορούς, που οι ρίζες τους χάνονται στα βάθη των αιώνων.

Η λαχτάρα για ελεύθερη ζωή αποδείχτηκε πιο ισχυρή από το χωρισμό από τα αγαπημένα χώματα, τη σιγουριά της καλής οικονομικής κατάστασης και από τα εμπόδια και τις δυσκολίες της αποκατάστασης.

Μια βδομάδα πορεία χρειάστηκε για να φθάσουν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, κι άλλη μια, μέχρι την Αλεξαν­δρούπολη. Εκεί, άνθρωποι, ζώα και κάρα, φορτώθηκαν σε τραίνα και εγκαταστάθηκαν στη Βερλάντζα της Μακεδονίας. Προ­σωρινά όμως, γιατί η περιοχή, όπως κι ολόκληρη σχεδόν η Μακεδονία, θύμιζε τη συμφορά των πολέμων, και οι Μοναστηριώτες ήθελαν μια ζωή μακριά από τα σύνορα και τους πολέμους· να μην βλέπουν ούτε τους Τούρκους, ούτε τους Βουλ­γάρους, όπως έλεγε ο πατέρας μου.

Η τοπική επιτροπή αποκατάστασης επισκέφθηκε πολλά τσιφλίκια, μα ήταν δύσκολο να βρεθεί κτήμα αρκετά μεγάλο ώστε να εγκατασταθούν 350 οικογένειες. Ακολούθησε ένας διχασμός και εκατόν πενήντα οικογένειες εγκαταστάθηκαν στο χωριό Τρίκαλα της Βέροιας. Μια άλλη επιτροπή, έφθασε στο Υπουργείο Γεωργίας στην Αθήνα και απέσπασε υπόσχεση από τον τότε βουλευτή - κι αργότερα υπουργό κατ' επανάληψη - του κόμματος των Φιλελευθέρων, Στάθη Μαλαμίδα, για πλήρη απαλλοτρίωση του κτήματος των αδελφών Μαραθέα στη Φθιώτιδα, που ήταν πολιτικοί του αντίπαλοι, αλλά με μεγάλη δύναμη. Το κτήμα ήταν μεγάλο και καλά οργανωμένο. Είχε έκταση 45.000 στρέμματα και είχαν γίνει αντιπλημμυρικά έργα από αιχμαλώτους πολέμου. Δύο χωριά, η Τσάμπα και το Μπεκριλέρ, που οι κάτοικοι τους ήταν κολλήγοι στους αδελφούς Μαραθέα, είχαν αναγκαστεί να τα εγκαταλείψουν. Αυτοί που άντεξαν και συμβίωσαν με τον Τούρκο κατακτητή, υπέκυψαν στην αυταρχικότητα του Μαραθέα.

Οι κάτοικοι της Τσόμπας πήγαν στο Τσουφλάρ, τη σημερινή Σοφιάδα, και οι κάτοικοι του Μπεκριλέρ στο Καραλάρ, το σημερινό Γραμματικό. Οι Μοναστηριώτες εγκαταστάθηκαν στην τοποθεσία αυτή. Αποφασιστικοί και δυναμικοί, κατέβαλαν τους μισθοφόρους του Μαραθέα και λειτούργησαν σαν καταλύτης για την επίτευξη της ομαλότητας και της συνέχισης της ζωής στην περιοχή.

Το χωριό το ονόμασαν Νέο Μοναστήρι μια και το Μεγάλο Μοναστήρι ήταν πια στη Λάρισα από το 1906 και το Μικρό Μοναστήρι στη Θεσσαλονίκη.


Νίκος Καλτσονούδης
Επιμέλεια Κειμένου Μαρία Μωραΐτου


*********************************************
**********************************************

PAR040

Kaltsonoudis02GR.doc